ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

λαγούμι (ουσ. ουδ.) λαγούμ' [laˈɣum] Σινασσ., Φλογ. λαβούμ' [laˈvum] Μισθ. Νεότ. ουσ. λαγούμι (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. ουσ. lağım, πιθ. αντιδάν. από το ελλ. λάκκωμα (Nişanyan 2002-2022: λ. lağım).
1. Υπόγεια κατοικία, λαγούμι Μισθ., Φλογ. Πβ. καταφύγι, κελλάρι
2. Yπόνομος, οχετός Σινασσ. Συνών. αβγόνι, δέργος :1
Τροποποιήθηκε: 22/04/2025