ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

λαζούρι (επίθ.) λαζούρ' [laˈzur] Αραβαν., Γούρδ. Aπό το μεσν. ουσ. λαζούριν = ο γαλάζιου χρώματος ημιπολύτιμος λίθος lapis lazuli (αζουρίτης), μτφ. λόγω του μελανιάσματος που προκαλεί το πάγωμα. Η σημ. και Κύθηρ., όπου λαζούρι = μελανιά μελανιά, πβ. και διαλεκτ. λαζουλιά = μελανιά (Αρχείο ΙΛΝΕ).
Ψυχρός, παγωμένος ό.π.τ. : Τα πρέγια τ' λαζούρια ήσαν (Τα πόδια του ήταν παγωμένα, μελανιασμένα από το κρύο) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. || Φρ. Κόπη λαζούρ' (Κόπηκε παγωμένος˙ πάγωσε) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Συνών. κρύος :1, κρυούτσικος :1
Τροποποιήθηκε: 08/03/2025