κοντίκκος
(επίθ.)
κονdίκ-κο
[konʹdikko]
Φάρασ.
Από το επίθ. κοντός και το υποκορ. επίθμ. -ίκκο.
Κοντός
:
Σο πόι έν' κοντίκ-κο
(Είναι κοντός στο ύψος)
Φάρασ.
-Αναστασ.Σ.
Τροποποιήθηκε: 26/01/2026