κονουστιεύω
(ρ.)
γονουσ̑τι-έω
[ɣοnuʃtiˈeο]
Αφσάρ., Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. konuşmak = συζητώ και το παραγωγ. επίθμ. -εύω.
Συνομιλώ
:
Σαμού ηύραμ' α Βαρασ̑ώτ', γονουστιεύκαμε βαρασ̑ώτικα
(Όταν βρήσκαμε ένα Φαρασιώτη, μιλούσαμε φαρασιώτικα)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ366
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026