κονίδα
(ουσ. θηλ.)
κονίρα
[koˈnira]
Σίλ.
κόνιρα
[ˈkonira]
Σίλ.
Πληθ.
κόνιρες
[ʹkonires]
Σίλ.
Aπό το αρχ. ουσ. κονίς-ίδος = κόνιδα.
Κόνιδα
Συνών.
γιαφσάκος :1, κονίδι
Τροποποιήθηκε: 24/04/2025