κολτζουλούχι
(ουσ. ουδ.)
κολτζ̑ουλούχ'
[koldʒuʹlux]
Φλογ.
Από το τουρκ. ουσ. kolculuk = το αξίωμα του φύλακα.
Η αμοιβή του νυχτοφύλακα.
Τροποποιήθηκε: 25/01/2026