ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κολοκύθι (ουσ. ουδ.) κοτσ̑ύθι [koˈtʃiθi] Αφσάρ., Κίσκ., Φάρασ. Από το μεσν. ουσ. κολοκύθιν, υποκορ. του αρχ. ουσ. κολοκύνθη.
1. Κολοκύθα ό.π.τ. : || Παροιμ. Ο πανdικός σο τρυπίν ντου τζ̑ο χωρεί, σερματίζει τσ̑αι σο βράδιν ντου αν gοτσ̑ύθι (Ο ποντικός δεν χωράει στην τρύπα του, σέρνει και στην ουρά του μιά κολοκύθα˙ για όσους καταπιάνονται με έργα πάνω από τις δυνάμεις τους) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Συνών. γισκαλάκι, καμπάκι :1, χαραμπάς :1
2. Παγούρι από κολοκύθα Κίσκ. Συνών. καμπάκι :3, χαραμπάς :2
Τροποποιήθηκε: 19/06/2025