κόλλημα
(ουσ. ουδ.)
κόλλημα
[ˈkolima]
Μισθ., Ουλαγ., Σινασσ.
κόλλ’μα
[ˈkolma]
Ανακ.
Από το αρχ. ουσ. κόλλημα = ό,τι είναι κολλημένο ή στερεωμένο με κάτι άλλο.
Ψήσιμο του ψωμιού, το οπ. γίνεται με επικόλληση της ζύμης στα τοιχώματα του ταντουριού
ό.π.τ.
:
Σεπεγιού ντο κόλλημα ντο τουνdούρ νίσκεται
(Το ψήσιμο του ψωμιού γίνεται στο φούρνο)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Μπιντιαϊού ντου κόλλημα ζόρ' 'ντουν σου τουντούρ'
(Το ψήσιμο του ψωμιού στο ταντούρι ήταν δύσκολο)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Πβ.
κάφτημα, ψήσιμο :1
Τροποποιήθηκε: 11/11/2024