ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κόλαση (ουσ. θηλ.) κόλαση [ʹkolasi] Αραβ., Μαλακ., Σεμέντρ., Σινασσ. κόλασ̑η [ˈkolaʃi] Αξ., Τελμ., Τροχ., Φλογ. κόλακα [ˈkolaka] Σίλ. Από το μεταγν. ουσ. κόλασις.
Κόλαση ό.π.τ. : Στην κόλαση τι όργο έχετε σαν και σας παλληκάρια; (Τι δουλειά έχουν στην κόλαση παλληκάρια σαν και σας;) Σινασσ. -Τακαδόπ. Ἀμε σον κόλασ̑η! (Άντε στην κόλαση· ύβρις) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Τέσσερα λογιών δικάσματα κείνται· εν πρώτα το κόλασ̑η, ύστερα το κελέρ κουγιουσού (Υπάρχουν τεσσάρων ειδών καταδίκες· πρώτα είναι η κόλαση, ύστερα το υπόγειο πηγάδι) Τροχ. -Νίγδελ.Τροχ. Το πήραν οι dιαβόλοι με φωνές και με χαρές και το πήγαν σην κόλαση (Τον πήραν οι διάβολοι με φωνές και με χαρές και τον πήγαν στην κόλαση) Αραβ. -Νίγδελ.Αραβ. Ντεν ξομολοήστα και πήγα σο Κόλαση (Δεν εξομολογήθηκα και πήγα στην Κόλαση) Τελμ. -Νίγδελ.Λ. Συνών. πίσσα :2, τζεχεντέμι, Αντίθ τζεννέτ
Συνών. κατράμι
Τροποποιήθηκε: 30/07/2025