κόλαση
(ουσ. θηλ.)
κόλαση
[ʹkolasi]
Αραβ., Μαλακ., Σεμέντρ., Σινασσ.
κόλασ̑η
[ˈkolaʃi]
Αξ., Τελμ., Τροχ., Φλογ.
κόλακα
[ˈkolaka]
Σίλ.
Από το μεταγν. ουσ. κόλασις.
Κόλαση
ό.π.τ.
:
Στην κόλαση τι όργο έχετε σαν και σας παλληκάρια;
(Τι δουλειά έχουν στην κόλαση παλληκάρια σαν και σας;)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Ἀμε σον κόλασ̑η!
(Άντε στην κόλαση· ύβρις)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Τέσσερα λογιών δικάσματα κείνται· εν πρώτα το κόλασ̑η, ύστερα το κελέρ κουγιουσού
(Υπάρχουν τεσσάρων ειδών καταδίκες· πρώτα είναι η κόλαση, ύστερα το υπόγειο πηγάδι)
Τροχ.
-Νίγδελ.Τροχ.
Το πήραν οι dιαβόλοι με φωνές και με χαρές και το πήγαν σην κόλαση
(Τον πήραν οι διάβολοι με φωνές και με χαρές και τον πήγαν στην κόλαση)
Αραβ.
-Νίγδελ.Αραβ.
Ντεν ξομολοήστα και πήγα σο Κόλαση
(Δεν εξομολογήθηκα και πήγα στην Κόλαση)
Τελμ.
-Νίγδελ.Λ.
Συνών.
πίσσα :2, τζεχεντέμι, Αντίθ
τζεννέτ
Συνών.
κατράμι
Τροποποιήθηκε: 30/07/2025