μεζές
(ουσ. αρσ.)
μεζές
[meʹzes]
Σίλ., Φάρασ.
Πληθ.
μεζέδε
[meʹzeðe]
Φάρασ.
μεζέρες
[meʹzeres]
Σίλ.
μεζέγια
[meʹzeʝa]
Σεμέντρ.
μεζέια
[meʹzeja]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. meze = μεζές, ορεκτικό.
Μεζές, μικρές μερίδες ορεκτικών φαγητών συνοδευτικών ποτού
ό.π.τ.
:
Φέρτ' α μεζέ αδα̈́ να πούμε αν κρασί
(Φέρτε ένα μεζέ εδώ να πιούμε ένα κρασί)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Μεράζουσ̑ι μεζέρες
(Μοιράζουν μεζέδες, ενν. στο γλέντι)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Γαρσιλατίσκαν μες μο τα ψωμία, τα τυρία, τα μεζέδε
(Μας προϋπαντούσαν με τα ψωμιά, τα τυριά, τους μεζέδες)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Το κορίτσ' έπ'κεν dα μάσα, έσεκεν τα μεζέγια σου βαβά τ' το σπίτ' όκλαχα σάνισκεν dα
(Το κορίτσι τους έκανε το τραπέζι, έβαλε τους μεζέδες όπως έκανε στο σπίτι του πατέρα της)
Σεμέντρ.
-ΚΜΣ-ΚΠ283
Xέκι δα 'ς τράπεζα απάν', έριδι κανείς για α μεζέια
(Βάλ'τα πάνω στο τραπέζι, έρχεται κανείς για τους μεζέδες)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026