μετεγύρισμα
(ουσ. ουδ.)
μετε'ύρ'μα
[meteʹirma]
Φάρασ.
Από το νεότ. ουσ. μεταγύρισμα (Λεξ. Σομ.)
1. Γύρισμα
2. Αναποδογύρισμα
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026