μετανοιατλούς
(επίθ.)
μετενοιετλούς
[metenietʹlus]
Φάρασ.
Aπό το ουσ. μετάνοια, όπου και τύπ. μετενοία, και το παραγωγ. επίθμ. -λής / -λούς.
Ευγενικός, με καλούς τρόπους
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026