χισίρι
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
χισίρε
[çiʹsire]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. (< αρμεν.) ουσ. hışır = α) υπολείμματα, θρύμματα, απορρίμματα β) χονδρόκοκκη άμμος ή τόπος με χονδρόκοκκη άμμο (Tietze 2016, λ. hışır IV, THADS, λ. hışır IV, V).
Σιδηρομετάλλευμα δεύτερης ποιότητας
:
Σον κορά λύνκαμε τα χισίρε ή κορόσε
(Στο καμίνι λιώναμε τα ορυκτά σιδήρου)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Πβ.
κορόσι
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026