χιρτίζω
(ρ.)
χιρτίζου
[çirʹtizu]
Φάρασ.
Παθ. Αόρ.
χιρτίστα
[çirʹtista]
Από το τουρκ. ρ. kırmak = α) σπάω, συνθλίβω β) πληγώνω γ) εξολοθρεύω μαζικά.
Εξολοθρεύω, καταστρέφω ολοσχερώς
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026