αγγελοκόβω
(ρ.)
αγγελοκόβω
[aŋgeloʹkovo]
Σίλατ.
Από το ουσ. άγγελος και το ρ. κόβω (βλ. ΙΛΝΕ, λ. ἀγγελοκόβω).
Με κλάματα και φωνές διακόπτω το έργο του ψυχοπομπού αγγέλου και εμποδίζω ή καθυστερώ τον θάνατο κάποιου
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026