μπέης
(ουσ. αρσ.)
μπέης
[ʹbeis]
Μισθ., Σινασσ., Φερτάκ.
πέγος
[ʹpeɣos]
Φάρασ.
πα̈́γους
[ʹpæɣus]
Μεσν. ουσ. μπέης, το οπ. από το τουρκ. ουσ. bey (παλ. τουρκ. beğ) = α) άρχοντας β) αφέντης γ) ως προσφώνηση, κύριος δ) το τραπουλόχαρτο άσος ε) μία από τις πλευρές του αστραγάλου.
1. Άρχοντας, αξιωματούχος
ό.π.τ.
:
Ήτουν μπέης, είχε και το στρατό τ'
(Ήταν μπέης, είχε και το στρατό του)
Φερτάκ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Ε λαχτόρι, συ πώτ’ς είσαι τζ̑αι αντί πέγος – αβγάτ’ς, φοραίνεις τζ̑αι τζ̑ισμέδε αβγάτη σα ποδάρε σου;
(Ε κόκκορα, εσύ πώς είσαι σαν άρχοντας - καβαλλάρης, και φοράς και σπιρούνια ιππέα στα πόδια σου;)
Φάρασ.
-Παπαδ.
2. Ευγενική προσφώνηση, κύριος
Σινασσ.
3. Μία από τις πλευρές του αστραγάλου στο παιχνίδι "αστράγαλοι"
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026