ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπέης (ουσ. αρσ.) μπέης [ʹbeis] Μισθ., Σινασσ., Φερτάκ. πέγος [ʹpeɣos] Φάρασ. πα̈́γους [ʹpæɣus] Μεσν. ουσ. μπέης, το οπ. από το τουρκ. ουσ. bey (παλ. τουρκ. beğ) = α) άρχοντας β) αφέντης γ) ως προσφώνηση, κύριος δ) το τραπουλόχαρτο άσος ε) μία από τις πλευρές του αστραγάλου.
1. Άρχοντας, αξιωματούχος ό.π.τ. : Ήτουν μπέης, είχε και το στρατό τ' (Ήταν μπέης, είχε και το στρατό του) Φερτάκ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Ε λαχτόρι, συ πώτ’ς είσαι τζ̑αι αντί πέγος – αβγάτ’ς, φοραίνεις τζ̑αι τζ̑ισμέδε αβγάτη σα ποδάρε σου; (Ε κόκκορα, εσύ πώς είσαι σαν άρχοντας - καβαλλάρης, και φοράς και σπιρούνια ιππέα στα πόδια σου;) Φάρασ. -Παπαδ.
2. Ευγενική προσφώνηση, κύριος Σινασσ.
3. Μία από τις πλευρές του αστραγάλου στο παιχνίδι "αστράγαλοι" Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026