ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπολμπολτσής (επίθ.) μπολμπoλτσής [bolbolˈtsis] Μαλακ. μπολμπολτζής [bolbolʹdzis] Μισθ. Από το τουρκ. επίθ. bol bol = άφθονος, πλούσιος (< bol με εμφατική αναδίπλωση), και το παραγωγ. επίθμ. -τζής. Πβ. μπολ
Πολυέξοδος, σπάταλος ό.π.τ. : Nτέ ηδουν τσιγγούνα, ήταν ανοιχτοχέρα ας πούμε, μπολμπολτζής (Δεν ήταν τσιγγούνα, ήταν ανοιχτοχέρα ας πούμε, σκορποχέρα) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ
Τροποποιήθηκε: 26/05/2026