μπολμπολτσής
(επίθ.)
μπολμπoλτσής
[bolbolˈtsis]
Μαλακ.
μπολμπολτζής
[bolbolʹdzis]
Μισθ.
Από το τουρκ. επίθ. bol bol = άφθονος, πλούσιος (< bol με εμφατική αναδίπλωση), και το παραγωγ. επίθμ. -τζής.
Πβ.
μπολ
Πολυέξοδος, σπάταλος
ό.π.τ.
:
Nτέ ηδουν τσιγγούνα, ήταν ανοιχτοχέρα ας πούμε, μπολμπολτζής
(Δεν ήταν τσιγγούνα, ήταν ανοιχτοχέρα ας πούμε, σκορποχέρα)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Τροποποιήθηκε: 26/05/2026