μπόρημα
(ουσ. ουδ.)
πόρημα
[ˈporima]
Ουλαγ.
Από το θ. πορη- του ρ. μπορώ όπου και τύπ. πορώ και παραγωγ. επίθμ. -μα.
Προϋπόθεση πραγματοποίησης
Ουλαγ.
:
Ντο πόρημα τ’ τί ’ναι γκαι ντεν μπορείς;
(Τι απαιτείται για να το κάνεις και δεν μπορείς;)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 26/05/2026