ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νταμλαμιά (ουσ. θηλ.) νταμλαμιά [damlaˈmɲa] Μαλακ. νταμλαχιά [damlaˈça] Σίλ. νταbλαχιά [dablaˈça] Σίλ. Από το ουσ. νταμπλάς, όπου και τύπ. νταμλάμ, και το παραγωγ. επίθμ. -ιά.
Σταλαγματιά, σταγόνα ό.π.τ. : Νια νταμλαχιά όιμα έπεσε νημόρι τζ’ απάνω (Μιά σταγόνα αίμα έπεσε πάνω στον τάφο της) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ5 Ένα νταbλαχιά λάρι (Μιά σταγόνα λάδι) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 Συνών. νταμπλάς, στάγμα
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025