νταμλαμιά
(ουσ. θηλ.)
νταμλαμιά
[damlaˈmɲa]
Μαλακ.
νταμλαχιά
[damlaˈça]
Σίλ.
νταbλαχιά
[dablaˈça]
Σίλ.
Από το ουσ. νταμπλάς, όπου και τύπ. νταμλάμ, και το παραγωγ. επίθμ. -ιά.
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025