μαίνσιμο
(ουσ. ουδ.)
μαίντσιμο
[ˈmentsimo]
Αξ.
Aπό το ρ. μπαίνω, όπου και τύπ. μαίνω, και το παραγωγ. επιθμ. -σιμο.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026