πάλεμα
(ουσ. ουδ.)
πάλεμα
[ˈpalema]
Μισθ., Τροχ., Τσαρικ.
πάλιμα
[ˈpalima]
Μισθ.
Από το μεσν. ουσ. πάλεμα (Λεξ. Κριαρ.)
Το αγώνισμα της πάλης και ειδικότ. αγώνες πάλης νέων από κάθε γειτονιά τρεις μέρες μετά το Πάσχα
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 10/09/2026