πουλόκκο
(ουσ. ουδ.)
πουλόκκο
[puˈloko]
Τσουχούρ., Φάρασ.
πουόκκο
[pu'oko]
Φάρασ.
Από το ουσ. πουλί και υποκόρ. επίθμ. -όκκο.
1. Μικρό πουλί
2. Κλωσσόπουλο
:
Αν κλουτσίστρα μο τ' άν κουρένιν πουόκκα
(Μια κλώσσα με ένα σμήνος κλωσσόπουλα)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Της κουτσίστρας τα πουλόκκα
(Τα κλωσσόπουλα της κλώσσας)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026