ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σπασιάρης (επίθ.) σπασάρ' [spaˈsar] Μισθ. σπαστιάρης [spaˈstçaris] Σινασσ. Από το ρ. σπάνω (θ. αορ. σπασ-, παθ. σπαστ-) και το παραγωγ. επίθμ. -ιάρης.
Αυτός που τρομάζει εύκολα, ο φοβητσιάρης ό.π.τ. Συνών. φοβάς, φοβητσιάρης
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026