τρυπώνω
(ρ.)
τρυπώνω
[triˈpono]
Γούρδ.
Από το μεσν. ρ. τρυπόω-ῶ = διαπερνώ, διατρυπώ, το οπ. από μεταγν. ουσ. τρύπα με παραγωγ. επίθμ. -όω > -ώνω.
Βελονιάζω
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026