τσακοντούρι
(ουσ. ουδ.)
τσακονdούρι
[tsakonˈduri]
Σινασσ.
Από το ρ. τσακοντώ και το παραγωγ. επίθμ. -ούρι.
Τροποποιήθηκε: 13/08/2025