ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φερίκα (ουσ. θηλ.) φερίκα [feˈrika] Μαλακ., Σινασσ. Από το τουρκ. ουσ. refika = α) σύντροφος β) σύζυγος γ) ειδικότ., δεύτερη σύζυγος. Για την μετάθ. των συμφώνων, πβ. διαλεκτ. τύπ. firik = δεύτερη σύζυγος (THADS, λ. firik IV).
Δεύτερη σύζυγος
Τροποποιήθηκε: 28/05/2026