φερίκα
(ουσ. θηλ.)
φερίκα
[feˈrika]
Μαλακ., Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. refika = α) σύντροφος β) σύζυγος γ) ειδικότ., δεύτερη σύζυγος. Για την μετάθ. των συμφώνων, πβ. διαλεκτ. τύπ. firik = δεύτερη σύζυγος (THADS, λ. firik IV).
Δεύτερη σύζυγος
Τροποποιήθηκε: 28/05/2026