φερίκα
(ουσ. θηλ.)
φερίκα
[feˈrika]
Μαλακ., Σινασσ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. firik = δεύτερη σύζυγος (THADS, λ. firik IV).
Δεύτερη σύζυγος
Τροποποιήθηκε: 10/01/2026