ψαλίδα
(ουσ.)
ψαλίδα
[psaˈliða]
Τελμ.
ψαλίγια
[psaˈliʝa]
Αξ.
ψαλίρα
[psaˈlira]
Αραβαν., Γούρδ.
ψαλία
[psaˈlia]
Μισθ., Ουλαγ.
Από το μεσν. ουσ. ψαλίδα (< αρχ. ψαλίς).
1. Ψαλίδι
ό.π.τ.
:
Έπαρ' ψαλία, κοψ' τα
(Πάρε ψαλίδι, κόψ' τα (ενν. τα μαλλιά))
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ν’ άνοιξ' κουρεύιξαμ ’ντα πρόγαδα μι τ’ ψαλία
(Την άνοιξη κουρεύαμε τα πρόβατα με το ψαλίδι)
Μισθ.
-Κοτσαν.
|| Ασμ.
Χάσα το βολόνι μ', ηύρα το ψαλίρα μ'
(Έχασα το βελόνι μου, βρήκα το ψαλίδι μου)
Αραβαν.
-Φωστ.
Συνών.
ψαλίδι
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025