αλιμουδιάζω
(ρ.)
αλιμουδιάζω
[alimuˈðʝazo]
Σινασσ.
αλιμιδιάζω
[alimiˈðʝazo]
Σινασσ.
Από το ουσ. αλιμουδιά και το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω.
Mουχλιάζω
:
Ο τοίχος αλιμουδιάσε
(O τοίχος μούχλιασε)
Σινασσ.
-ΙΛΝΕ
Ο τοίχος θέλ' φαράγκια, αλιμουδιάσεν
(Ο τοίχος θέλει σοβάτισμα, μούχλιασε)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Συνών.
κιουφλεντίζω
Τροποποιήθηκε: 06/07/2026