τσαταλάς
(ουσ. αρσ.)
τσ̑αταλάς
[tʃataˈlas]
Φάρασ.
Από το ουσ. τσατάλι και το παραγωγ. επίθμ. -άς.
1. Ως ουσ., διχαλωτό ξύλο, διχάλα
2. Ως επίθ., διχαλωτός ή διπλός
Φάρασ.
:
Τσ̑αταλάς θύρα
(Δίφυλλη πόρτα)
Τσ̑αταλάς πεντζ̑ερές
(Δίφυλλο παράθυρο)
Φάρασ.
-Παπαστ.-Καρακ.
Συνών.
τσαταλί
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026