τσατάλα
(ουσ. θηλ.)
τσ̑ατάλα
[tʃaˈtala]
Σινασσ., Φάρασ.
Πληθ.
τσατάλες
[tsaʹtales]
Σινασσ.
Από το ουσ. τσατάλι και το παραγωγ. επίθμ. -α.
2. Στον πληθ., η σύγχρονη ευρωπαϊκή ανδρική ενδυμασία με παντελόνι
Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026