ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσατάλι (ουσ. ουδ.) τσ̑ατάλι [tʃaˈtali] Σίλ., Φάρασ. τσ̑ατάλ’ [tʃaˈtal] Ανακ., Αξ., Μαλακ., Μισθ., Ποτάμ., Σινασσ. Πληθ. τσ̑ατάλια [tʃaˈtaʎa] Σινασσ. Από το τουρκ. ουσ. çatal = α) πιρούνι β) διχάλα γ) διακλάδωση.
1. Διχαλωτό ξύλο (συνήθως για τη στήριξη της τροχαλίας του πηγαδιού) ό.π.τ. Συνών. αδράχτι
2. Διχαλωτό ξύλο όπου τυλίγεται το μαλλί, αδράχτι Ποτάμ. Συνών. αδράχτι
3. Στον πληθ., η σύγχρονη ευρωπαϊκή ανδρική ενδυμασία με παντελόνι Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025