τσατάλι
(ουσ. ουδ.)
τσ̑ατάλι
[tʃaˈtali]
Σίλ., Φάρασ.
τσ̑ατάλ’
[tʃaˈtal]
Ανακ., Αξ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Ποτάμ., Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. çatal = α) διχάλα β) πηρούνι γ) διακλάδωση.
1. Διχαλωτό ξύλο, διχάλα
ό.π.τ.
3. Ως επίθ., διχαλωτός
Ουλαγ.
:
Τσ̑ατάλ κερί
(Μεγάλο κερί λυγισμένο στη μέση)
Ουλαγ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026