ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσατάλι (ουσ. ουδ.) τσ̑ατάλι [tʃaˈtali] Σίλ., Φάρασ. τσ̑ατάλ’ [tʃaˈtal] Ανακ., Αξ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Ποτάμ., Σινασσ. Από το τουρκ. ουσ. çatal = α) διχάλα β) πηρούνι γ) διακλάδωση.
1. Διχαλωτό ξύλο, διχάλα ό.π.τ.
2. Διχαλωτό ξύλο όπου τυλίγεται το μαλλί, αδράχτι Ποτάμ. Συνών. αδράχτι, τσατάλα :2
3. Ως επίθ., διχαλωτός Ουλαγ. : Τσ̑ατάλ κερί (Μεγάλο κερί λυγισμένο στη μέση) Ουλαγ. -ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026