μανίκι (II)
(ουσ. ουδ.)
μανίκ'
[maʹnik]
Αξ., Ουλαγ.
Πληθ.
μανίκια
[maˈnica]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. manik = α) γατάκι β) σκυλάκι γ) αρκουδάκι (Tietze 2019, λ. manuk/manık/manik).
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026