μανές
(ουσ. αρσ.)
μανές
[maˈnes]
Αραβαν., Σατ., Φάρασ., Φλογ.
νιαμάς
[ɲaˈmas]
Μισθ.
Πληθ.
μανέδε
[maˈneðe]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. mâna = α) σημασία, ερμηνεία β) έκφραση προσώπου γ) αιτία, κίνητρο δ) όραμα, οπτασία (Redhouse). Ο τύπ. νιαμάς με μετάθ.
1. Έννοια, σημασία, ερμηνεία
Φάρασ., Φλογ.
:
Είπα ατό του λέ' το κορίτσι του τεκελεμέ το μανέ
(Είπα την ερμηνεία του αινίγματος που λέει το κορίτσι)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Το δωδεκάρ' 'τον άκουσε εττά λογιού το μανέ δίν' σο τζιφτζή εκατό λίρες
(Το συμβούλιο όταν άκουσε τη σημασία, την ερμηνεία αυτού του λόγου, δίνει εκατό λίρες στον γεωργό)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Ατό του πεγαϊδού τα κορίτσε σο 'ληθώτικόν του πωτς ήσαντε κανείς τζο μπόρ'κε να δώσει το μανέν του
(Αυτά τα κορίτσια της πηγής τι ήταν στην πραγματικότητα κανείς δεν μπόρεσε να δώσει εξήγηση)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Συνών.
άσλι
2. Αιτία
Μισθ., Φάρασ.
:
'γώ το του γιάγω το μανέν του τζ̑ο πορώ να σε τα ειπώ
(Εγώ τον λόγο που γελώ δεν μπορώ να σου τον πω)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Ντου νιαμάς τί 'δουν;
(Η αιτία ποια ήταν;)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
σεμπέμπης :1, άκρα
3. Σημάδι, οιωνός
Αραβαν.
:
Ούλ-λα τουν σ̑άισαν γκαι πόμ’ναν· «ετό καλό μανέ ντέ ’ναι» είπαν
(Όλοι τους σάστισαν κι έμειναν έκπληκτοι· «αυτό δεν είναι καλό σημάδι» είπαν)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Συνών.
νισάνι :3, σημάδι :5
4. Νέα, ειδήσεις
Σατ.
:
Ρώτ’σε με, ’γώ πάλι είπα το μανέ του
(Με ρώτησε, κι εγώ του είπα τα νέα που ήθελε)
Σατ.
-ΚΜΣ-ΚΠ388
Συνών.
χαβατίσι, χαμπάρι
Τροποποιήθηκε: 18/01/2025