κατόκκο
(ουσ. ουδ.)
κατόκ-κο
[kaˈtokko]
Φάρασ.
Aπό το ουσ. κάτα (Ι) και το υποκορ. επίθμ. -όκκο.
Πβ.
κάτα
Τροποποιήθηκε: 14/07/2026