φίλαντρος
(ουσ. αρσ.)
φίλαντρος
[ˈfilandros]
Ποτάμ.
Άπαξ παρεφθαρμένη λέξη προερχόμενη από σύμφυρση μη κατανοητών λέξεων. Σε παραλλαγή του άσματος από άλλη πηγή (χφ. ΙΛΝΕ 374) ο στ. παραδίδεται ως "Πήγεν ηύρεν τη μάνα του, μετ' άλλους τρω και πίνει". Η λ. δεν σχετίζεται με το αρχ. επίθ. φίλανδρος = αυτός που αγαπά τους άνδρες τον ανδρισμό, ή αυτή που αγαπά τον σύζυγό της.
Εραστής, αγαπητικός
:
|| Ασμ.
Πήγεν βρήκεν τη μητριά τ’, με τους φίλανdρους τρώει
Μάνα μ’, αν έρθ’ ο κύρης μου, τι απόλογο θα δώσεις; (Πήγε βρήκε τη μητρυά του, τρώει με τους αγαπητικούς
Mάνα μου, αν έρθει ο πατέρας μου, τι δικαιολόγηση θα δώσεις;) Ποτάμ. -ΚΜΣ-ΚΠ327
Μάνα μ’, αν έρθ’ ο κύρης μου, τι απόλογο θα δώσεις; (Πήγε βρήκε τη μητρυά του, τρώει με τους αγαπητικούς
Mάνα μου, αν έρθει ο πατέρας μου, τι δικαιολόγηση θα δώσεις;) Ποτάμ. -ΚΜΣ-ΚΠ327
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026