φιλίσκι
(ουσ. ουδ.)
φιλίσκι
[fiˈlisci]
Αξ.
Αντιδάν. μέσω του τουρκ. ουσ. filiski = α) φλισκούνι β) διαλεκτ., αγριοδυόσμος, το οπ. από το ουσ. φλησκούνι.
Είδος ζιζάνιου
Πβ.
τελιτσές :2
Τροποποιήθηκε: 31/10/2025