ενιπντέ
(επίρρ.)
ενιπντέ
[enipˈde]
Ουλαγ.
έν ιπτε
[ˈen ipte]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. επίρρ. enipdin = πρώτα. Κατά τον Κεσίσογλου (1951) από την τουρκ. φρ. en ipte.
Βλ.
εν,
ίπτε
Πρώτα - πρώτα
:
Και γκϋστέρσε ενιπντέ το βαβά τ, σόνα το μάνα τ'
(Και έθιξε το θέμα πρώτα-πρώτα στον πατέρα της, μετά στην μητέρα της)
Ουλαγ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026