κοτζακάφαλος
(επίθ.)
γοτσ̑αγαφαλούς
[ɣotʃaɣafaˈlus]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. kocakafa = χοντροκέφαλος, με παρετυμολ. σύνδεση με το ουσ. κεφάλι.
Χοντροκέφαλος
Τροποποιήθηκε: 18/08/2026