ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κάμο (επίρρ.) κάμο [ˈkamo] Φάρασ. καμό [kaˈmo] Αφσάρ., Φάρασ. καμού [kaʹmu] Τσουχούρ. Αγν. ετύμ. Η λ. σε πολλά ν.ε. ιδιώμ. (Θράκ. Κυδων. Σαμοθρ. κ.α.), βλ. Αναστασιάδης (1976: 206-207). Κατά τον Ανδριώτη (1941: 79-80) από την προστακτ. κάμε ως. Κατά τον Dawkins (1916: 606) αρμεν. προελεύσεως. Κατά τον Τζιτζιλή (στο Τσολάκη 2009: 418-419) από την φρ. κὰν μόνον.
Τουλάχιστον, καλύτερα να : Καμό 'ς πης τσ̑αί συ 'ντάμα τουν! (Τουλάχιστον ας πήγαινες κι εσύ μαζί του!) Φάρασ. -Αναστασ. Καμό δέβου τσ̑αι συ! (Τουλάχιστον πήγαινε κι εσύ!) Αφσάρ. -Αναστασ. Καμό σήμουρου μου βρέσ̑ισιν (Τουλάχιστον σήμερα ας μην έβρεχε) Φάρασ. -Αναστασ. Καμό σου να 'ινούμε Τουρτσ̑ίουν, να υπάμε να πνιγούμε σο ποτάμι (Τουλάχιστον αντί να γίνουμε κτήμα των Τούρκων, να πάμε να πνιγούμε στο ποτάμι) Φάρασ. -Αναστασ. 'α χαθεί 'σ' σην πείνα, καμού ν' τα παγάσουμι ξωπίσου σο ποτάμι (Θα πεθάνει από την πείνα, καλύτερα να την πάμε πίσω στο ποτάμι) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Καμού να ψήσουμι τσ̑αι λέικκου τραχανάς να φάς τσ̑αι υστέρου άμι (Μήπως καλύτερα να ψήσουμε και λίγο τραχανά να φας, και ύστερα φύγε) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Άου συμτιέσιν, καμού νά υπάου (Σκοτείνιασε πια, καλύτερα να φύγω) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Συνών. μπάριμ, χα
Τροποποιήθηκε: 17/11/2025