ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καμπάνα (ουσ.) καbάνα [kaˈbana] Αραβαν., Γούρδ., Σίλ. κάbανα [ˈkabana] Αξ., Αραβαν., Μισθ., Ουλαγ., Φάρασ. καπάνα [kaˈpana] Σινασσ. Από το μεσν. καμπάνα.
1. Καμπάνα ό.π.τ. : Ντίνω τ' καbάνα (Χτυπώ την καμπάνα) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Τ' καbάνα κούφωσεν τ' αφτιά μ' (Η καμπάνα κούφανε τα αφτιά μου) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Ν’ εκκλησιάς ντου κάbανα απ' Ρουσία ντου ήβ'ραμ (Της εκκλησιάς μας την καμπάνα από τη Ρωσία την φέραμε ) Μισθ. -Κοτσαν. Ολι̂́ καbανασί (Το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας) Σίλ. -Κωστ.Σ. Στου καπάνας την ώρα νά τον και φάνην αποκάτου (Την ώρα που χτύπησε η καμπάνα, νά τον και φάνηκε αποκάτω) Σινασσ. -Τακαδόπ. || Παροιμ. Κουφήν καπάνα κι αν χτυπάς, τζανόν κι αν ορμηνεύεις, και μεθυσμένον αν κερνάς, όλα χαμένα τά 'χεις (Κουφή καμπάνα κι αν χτυπάς, τρελό κι αν συμβουλεύεις, και μεθυσμένον αν κερνάς, όλα είναι χαμένος κόπος˙ οι συμβουλές προς ανόητους είναι μάταιες) Σινασσ. -Αρχέλ. Πβ. κροτάλι :1
2. Μικρό τσαμπί σταφυλιού Ουλαγ. Πβ. σαλγίμ
Τροποποιήθηκε: 31/08/2026