κάμπος
(ουσ. αρσ.)
κάμbος
[ˈkambos]
Σινασσ.
κάbους
[ˈkabus]
Μισθ., Σίλ.
κάμος
[ˈkamos]
Ποτάμ.
Ουδ.
κάμπου
[ʹkabu]
Μισθ.
Από το μεσν. ουσ. κάμπος (< λατιν. campus).
1. Κάμπος
ό.π.τ.
:
Η Πεντάμορφη ρώτ'σεν πού θέλ' να το χτίσω, κι ο βασιλιάς είπε στο κάμπο που βγαίν' η εβλεμή
(Η Πεντάμορφη ρώτησε πού να το χτίσω, κι ο βασιλιάς είπε στον κάμπο όπου βγαίνει ο ήλιος)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Πήα του gάbου
(Πήγα στον κάμπο)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Ξέριξι του, δου κάμπους ήταν γιαυτού τ'
(Το ήξερε, ο κάμπος ήταν δικός του)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Αν αναβαίσκις, δου κάμπου ούλου ερημιά ήτανε
(Αν ανέβαινες, όλος ο κάμπος ήταν ερημιά)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
|| Ασμ.
’δελφέ μου, του κάμου τα πουλιά τι λένε και μιλούνε;
(Αδελφέ μου, του κάμπου τα πουλιά τι λένε και μιλούνε;)
Ποτάμ.
-ΚΜΣ-ΚΠ327
Λάλ’σαν του κάμbου τα πουλιά, του κάμbου χελοϊδόνες
(Λάλησαν του κάμπου τα πουλιά, του κάμπου τα χελιδόνια)
Σινασσ.
-Lag.
Συνών.
γιαζί
β.
Η πεδιάδα του Ικονίου όπου βρίσκεται η Σίλλη
2. Ξενιτειά
Σίλ.
:
Παρά ρεν είσ̑ι· ήσιλν̑ισκι σαυριν̑ή μέρα να πάγει 'ς τουν gάμbουν
(Χρήματα δεν είχε· ήθελε την επόμενη μέρα να ξενιτευτεί)
Σίλ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025