κάμποσο
(επίρρ.)
κάμποσο
[ʹkamboso]
Μισθ.
κάbοστο
[ˈkabosto]
Αξ.
Από την αντων. καμπόσος.
Κάμποσο
ό.π.τ.
:
Έκατσ̑αμ' κάμποσο ντεσιτζού
(Μείναμε κάμποσο εκειπέρα)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Συνών.
επεγί :2
Τροποποιήθηκε: 01/07/2025