ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κανόνας (ουσ. αρσ.) κανόνα [kaˈnona] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ. Από το αρχ. ουσ. κανών. Η λ. από την εκκλ. παράδ.
1. Εκκλησιαστική τιμωρία ό.π.τ.
β. Κατ' επέκτ., θεία τιμωρία Ανακ. : Κανόνα μ’ είναι, τραβώ το (Αφού ο Θεός με τιμωρεί, υποφέρω ) Ανακ. -ΙΛΝΕ 7
2. Κανόνας, περιγραφή κανονικότητας Αραβαν. : Ούτσ̑α γαdάριζ μεγάλα κιτάπια κι ένα κανόνα ντεν ήβρε 'ς ετό τ' όργο (Τόσο μεγάλα βιβλία κι έναν κανόνα δεν βρήκε σχετικά με αυτή την περίπτωση) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025