κανόνας
(ουσ. αρσ.)
κανόνα
[kaˈnona]
Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ.
Από το αρχ. ουσ. κανών. Η λ. από την εκκλ. παράδ.
1. Εκκλησιαστική τιμωρία
ό.π.τ.
β.
Κατ' επέκτ., θεία τιμωρία
Ανακ.
:
Κανόνα μ’ είναι, τραβώ το
(Αφού ο Θεός με τιμωρεί, υποφέρω
)
Ανακ.
-ΙΛΝΕ 7
2. Κανόνας, περιγραφή κανονικότητας
Αραβαν.
:
Ούτσ̑α γαdάριζ μεγάλα κιτάπια κι ένα κανόνα ντεν ήβρε 'ς ετό τ' όργο
(Τόσο μεγάλα βιβλία κι έναν κανόνα δεν βρήκε σχετικά με αυτή την περίπτωση)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025