κάνισμα
(ουσ. ουδ.)
κάνισμα
[ˈkanizma]
Φάρασ.
κάσμα
[ˈkazma]
Φάρασ.
Από το ρ. κανίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
1. Ρωγμή, χαραμάδα
Συνών.
αραλίκι :1, κερτίκι
2. Διάρρηξη, ληστεία
Τροποποιήθηκε: 27/07/2025