ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καντήλα (ουσ. θηλ.) κανdήλα [kanˈdila] Ανακ., Μαλακ., Μισθ., Σινασσ. καντζήλα [kanˈdzila] Σίλ. Από το μεταγν. ουσ. κανδήλα, κανδήλη < λατιν. candela.
Καντήλι, συνήθως μεγάλο ό.π.τ. : Να κλώσ' ν' ανάψει την κανdήλα, απεκεί να κλώσ' να ετοιμάσει τη λάμbα (Να τρέξει να ανάψει την καντήλα, και μετά να τρέξει να ετοιμάσει την λάμπα) Σινασσ. -Τακαδόπ. Αεικόνα μας καντζήλα ζουρμόν'σαμ' να τσην ανάψουμι (Της εικόνας μας το καντήλι ξεχάσαμε να ανάψουμε) Σίλ. -Κωστ.Σ. Ναφτσινόσκαμ' τα κεριά μας, τζις καντζήλες μας (Ανάβαμε τα κεριά μας, τις καντήλες μας) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ3 Τσι σου γέλλ'μα μέσα χέκιξαμ καντήλα, γήφτιξαμ' καντήλα ντετσ̑ού 'πέσ' (Και μέσα στα σιτηρά ανάβαμε καντήλα, ανάβαμε καντήλα εκεί μέσα) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ βλ. καντήλι, Συνών. τσιρέκι
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025