καντήλα
(ουσ. θηλ.)
κανdήλα
[kanˈdila]
Ανακ., Μαλακ., Μισθ., Σινασσ.
καντζήλα
[kanˈdzila]
Σίλ.
Από το μεταγν. ουσ. κανδήλα, κανδήλη < λατιν. candela.
Καντήλι, συνήθως μεγάλο
ό.π.τ.
:
Να κλώσ' ν' ανάψει την κανdήλα, απεκεί να κλώσ' να ετοιμάσει τη λάμbα
(Να τρέξει να ανάψει την καντήλα, και μετά να τρέξει να ετοιμάσει την λάμπα)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Αεικόνα μας καντζήλα ζουρμόν'σαμ' να τσην ανάψουμι
(Της εικόνας μας το καντήλι ξεχάσαμε να ανάψουμε)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Ναφτσινόσκαμ' τα κεριά μας, τζις καντζήλες μας
(Ανάβαμε τα κεριά μας, τις καντήλες μας)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ3
Τσι σου γέλλ'μα μέσα χέκιξαμ καντήλα, γήφτιξαμ' καντήλα ντετσ̑ού 'πέσ'
(Και μέσα στα σιτηρά ανάβαμε καντήλα, ανάβαμε καντήλα εκεί μέσα)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
βλ.
καντήλι, Συνών.
τσιρέκι
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025