καρτάλος
(ουσ. αρσ.)
καρτάλος
[karˈtalos]
Φλογ.
καρτάλους
[karˈtalus]
Μισθ.
γαρτάλος
[ɣarˈtalos]
Αξ., Τροχ.
γαρτάλους
[ɣarˈtalus]
Μισθ.
Ουδ.
γαρτάλι
[ɣarˈtali]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. kartal = αετός.
Αετός, σταυραετός, όρνιο
ό.π.τ.
:
Ήρθεν γαρτάλος, σέρεψε τα ορνία!
(Ήρθε ο αετός, μάζεψε τις κότες!)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
Συνών.
κυνηγάρης, τσαϊλάχος :2
Τροποποιήθηκε: 02/06/2025