καΐλα (II)
(ουσ. θηλ.)
καΐλα
[kaˈila]
Μισθ.
Νεότ. ουσ. καΐλα (πβ. Λεξ. Σομ., λ. urigine).
Κάψιμο, καούρα
:
Έχου καΐλα ’ς καργιά μ’
(Έχω καούρα στο στομάχι)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 14/07/2026