ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κεπαζές (επίθ.) κεπαζέ [cepaˈze] Αραβαν. κ͑επ͑εζές [kʰepʰeˈzes] Σινασσ., Φάρασ. κ͑α̈́π͑α̈ζα̈́ς [kʰæpʰæˈzæs] Αφσάρ. Θηλ. κ͑επ͑εζού [kʰepʰeˈzu] Φάρασ. κ͑α̈́π͑α̈ζού [kʰæpʰæˈzu] Αφσάρ. Από το τουρκ. επίθ. kepaze, όπου και διαλεκτ. τύπ. kepeze = α) ξεδιάντροπος, ξεφτιλισμένος β) αστείος, γελοίος.
Γελοίος ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 06/01/2026