αργακιάνει
(ρ.)
γ΄ Εν.
αγραεκιάν'
[aɣraeˈcan]
Αξ.
αγρατζ̑άζ'
[aɣraˈdzaz]
Μισθ.
αγραεκιανίσ̑κ'
[aɣraecaˈniʃk]
Αξ.
αγρακιάζ̑ει
[taɣraˈcaʒi]
Τροχ.
ταγρακιάζ̑ει
[taɣraˈcaʒi]
Τροχ.
Αόρ.
αγραεκιάνεν
[aɣraeˈcanen]
Αξ.
αγρακιάσ'
[aɣraeˈcanen]
Τροχ.
Από το επίθ. αργατινός, όπου και τύπ. αγραεκινό. Πβ. ν.ε. διαλεκτ. ρ. αργαδιάζω (< επίρρ. αργά, αναλογ. προς το βραδιάζω, βλ. ΙΛΝΕ, λ. ἀργαδυάζω).
Βραδιάζει, σκοτεινιάζει
Αξ., Μισθ.
:
Αγραεκιανίσ̑κ', έρουνdαι και τ’ άλλα ασ' τ’ άβια
(Βραδυάζει, έρχονται και οι άλλοι από το κυνήγι)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Αγραεκιάνεν, παρέμα!
(Βράδυασε, γύρνα σπίτι σου!)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Αγρατζάζ' μέρα
(Γέρνει η μέρα προς το βράδυ)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Μετά το μεσ̑ημέρ’ ταγρακιάζ̑ει και μετά βραγιάζ̑ει και μετά τη νύχτα φωτίζ̑’
(Μετά το μεσημέρι σουρουπώνει και μετά βραδιάζει και μετά τη νύχτα ξημερώνει)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1556
Αντίθ
ασπρίζω, ξημερεύει :1, ξημερώνω, χαράζω, Συνών.
βραδιάζω
Τροποποιήθηκε: 19/06/2025