αετός
(ουσ. αρσ.)
αετός
[aeˈtos]
Σίλατ.
αγιτός
[aʝiˈtos]
Μαλακ.
Aρχ. ουσ. ἀετός. Ο τύπ. αγιτός από τον νεότ. τύπ. ἀϊτός με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού [ʝ].
Το πτηνό αετός
ό.π.τ.
:
Ετό το παιδί κούν'σεν ντα τουλούμια απάνω σο αετό
(Το παιδί πέταξε τα δέρματα πάνω στον αετό)
Σίλατ.
-Dawk.
Συνών.
ατματζάς :2, καρτάλος, τσαϊλάχος :2, κυνηγάρης
Τροποποιήθηκε: 02/06/2025